HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μέμφομαι — definition

Conjugation of μέμφομαι

Regular CEFR B2
ˈmem.fo.me

αποδίδω μια μομφή, κατηγορώ κάποιον για κάτι άσχημο, ανήθικο, απαράδεκτο που έκανε Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μέμφομαι
εσύ μέμφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μέμφεται
εμείς μεμφόμαστε
εσείς μέμφεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μέμφονται
Παρατατικός
εγώ μεμφόμουν
εσύ μεμφόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μεμφόταν
εμείς μεμφόμασταν
εσείς μεμφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μέμφονταν
Αόριστος
εγώ μέμφθηκα
εσύ μέμφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μέμφθηκε
εμείς μεμφθήκαμε
εσείς μεμφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μέμφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεμφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεμφθώ
εσύ μεμφθείς
αυτός / αυτή / αυτό μεμφθεί
εμείς μεμφθούμε
εσείς μεμφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μεμφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μέμφεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μεμφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μεμφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary