Conjugation of μέμφομαι
ˈmem.fo.meαποδίδω μια μομφή, κατηγορώ κάποιον για κάτι άσχημο, ανήθικο, απαράδεκτο που έκανε Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μέμφομαι |
| εσύ | μέμφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μέμφεται |
| εμείς | μεμφόμαστε |
| εσείς | μέμφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μέμφονται |
Παρατατικός
| εγώ | μεμφόμουν |
| εσύ | μεμφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεμφόταν |
| εμείς | μεμφόμασταν |
| εσείς | μεμφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μέμφονταν |
Αόριστος
| εγώ | μέμφθηκα |
| εσύ | μέμφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μέμφθηκε |
| εμείς | μεμφθήκαμε |
| εσείς | μεμφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μέμφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μεμφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μεμφθώ |
| εσύ | μεμφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεμφθεί |
| εμείς | μεμφθούμε |
| εσείς | μεμφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεμφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μέμφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | μεμφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μεμφθεί |