HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λυσσάω — definition

Conjugation of λυσσάω

Regular CEFR B1
liˈsa.o

to go rabid, be afflicted with rabies Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λυσσάω [λυσσώ]
εσύ λυσσάς
αυτός / αυτή / αυτό λυσσάει
εμείς λυσσάμε
εσείς λυσσάτε
αυτοί / αυτές / αυτά λυσσάνε
Παρατατικός
εγώ λυσσούσα
εσύ λυσσούσες
αυτός / αυτή / αυτό λυσσούσε
εμείς λυσσούσαμε
εσείς λυσσούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λυσσούσαν
Αόριστος
εγώ λύσσαξα
εσύ λύσσαξες
αυτός / αυτή / αυτό λύσσαξε
εμείς λυσσάξαμε
εσείς λυσσάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά λύσσαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λυσσάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λυσσάξω
εσύ λυσσάξεις
αυτός / αυτή / αυτό λυσσάξει
εμείς λυσσάξουμε
εσείς λυσσάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά λυσσάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λύσσα
εσείς λυσσάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λύσσαξε
εσείς λυσσάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
λυσσάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary