Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λυσσάω [λυσσώ] |
| εσύ | λυσσάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | λυσσάει |
| εμείς | λυσσάμε |
| εσείς | λυσσάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λυσσάνε |
Παρατατικός
| εγώ | λυσσούσα |
| εσύ | λυσσούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λυσσούσε |
| εμείς | λυσσούσαμε |
| εσείς | λυσσούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λυσσούσαν |
Αόριστος
| εγώ | λύσσαξα |
| εσύ | λύσσαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λύσσαξε |
| εμείς | λυσσάξαμε |
| εσείς | λυσσάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λύσσαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λυσσάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λυσσάξω |
| εσύ | λυσσάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λυσσάξει |
| εμείς | λυσσάξουμε |
| εσείς | λυσσάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λυσσάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λύσσα |
| εσείς | λυσσάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λύσσαξε |
| εσείς | λυσσάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λυσσάξει |