HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λυπώ — definition

Conjugation of λυπώ

Regular CEFR B1
liˈpo

προξενώ σε κάποιον λύπη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λυπώ
εσύ λυπείς
αυτός / αυτή / αυτό λυπεί
εμείς λυπούμε
εσείς λυπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπούν
Παρατατικός
εγώ λυπούσα
εσύ λυπούσες
αυτός / αυτή / αυτό λυπούσε
εμείς λυπούσαμε
εσείς λυπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπούσαν
Αόριστος
εγώ λύπησα
εσύ λύπησες
αυτός / αυτή / αυτό λύπησε
εμείς λυπήσαμε
εσείς λυπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λύπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λυπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λυπήσω
εσύ λυπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό λυπήσει
εμείς λυπήσουμε
εσείς λυπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λυπείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λύπησε
εσείς λυπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
λυπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λυπάμαι - λυπούμαι
εσύ λυπάσαι
αυτός / αυτή / αυτό λυπάται
εμείς λυπόμαστε - λυπούμαστε
εσείς λυπάστε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπούνται
Παρατατικός
εγώ λυπόμουν
εσύ λυπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λυπόταν
εμείς λυπόμασταν
εσείς λυπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λυπόνταν
Αόριστος
εγώ λυπήθηκα
εσύ λυπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λυπήθηκε
εμείς λυπηθήκαμε
εσείς λυπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λυπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λυπηθώ
εσύ λυπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό λυπηθεί
εμείς λυπηθούμε
εσείς λυπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λυπηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λυπάστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λυπήσου
εσείς λυπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λυπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary