HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λούζω — definition

Conjugation of λούζω

Regular CEFR B1
ˈlu.zo

γεμίζω με άπλετο φως, φωτίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λούζω
εσύ λούζεις
αυτός / αυτή / αυτό λούζει
εμείς λούζουμε
εσείς λούζετε
αυτοί / αυτές / αυτά λούζουν
Παρατατικός
εγώ έλουζα
εσύ έλουζες
αυτός / αυτή / αυτό έλουζε
εμείς λούζαμε
εσείς λούζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλουζαν
Αόριστος
εγώ έλουσα
εσύ έλουσες
αυτός / αυτή / αυτό έλουσε
εμείς λούσαμε
εσείς λούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λούσω
εσύ λούσεις
αυτός / αυτή / αυτό λούσει
εμείς λούσουμε
εσείς λούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λούζε
εσείς λούζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λούσε
εσείς λούστε
Απαρέμφατο αορίστου
λούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λούζομαι
εσύ λούζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λούζεται
εμείς λουζόμαστε
εσείς λούζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λούζονται
Παρατατικός
εγώ λουζόμουν
εσύ λουζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λουζόταν
εμείς λουζόμασταν
εσείς λουζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λούζονταν
Αόριστος
εγώ λούστηκα
εσύ λούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό λούστηκε
εμείς λουστήκαμε
εσείς λουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λούστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λουστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λουστώ
εσύ λουστείς
αυτός / αυτή / αυτό λουστεί
εμείς λουστούμε
εσείς λουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λουστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λούζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λούσου
εσείς λουστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λουστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary