HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λουφάρω — definition

Conjugation of λουφάρω

Regular CEFR B1
luˈfaɾo

αποφεύγω να εκτελέσω μια εργασία που μου έχει ανατεθεί, προσπαθώντας να κρυφτώ ή να περάσω απαρατήρητος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λουφάρω
εσύ λουφάρεις
αυτός / αυτή / αυτό λουφάρει
εμείς λουφάρουμε
εσείς λουφάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά λουφάρουν
Παρατατικός
εγώ λούφαρα
εσύ λούφαρες
αυτός / αυτή / αυτό λούφαρε
εμείς λουφάραμε
εσείς λουφάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά λούφαραν
Αόριστος
εγώ λούφαρα
εσύ λούφαρες
αυτός / αυτή / αυτό λούφαρε
εμείς λουφάραμε
εσείς λουφάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά λούφαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λουφάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λουφάρω
εσύ λουφάρεις
αυτός / αυτή / αυτό λουφάρει
εμείς λουφάρουμε
εσείς λουφάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά λουφάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λούφαρε
εσείς λουφάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λούφαρε
εσείς λουφάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
λουφάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary