HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λογχίζω — definition

Conjugation of λογχίζω

Regular CEFR B1

χτυπώ και τρυπώ κάποιον ή κάτι με μία λόγχη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λογχίζω
εσύ λογχίζεις
αυτός / αυτή / αυτό λογχίζει
εμείς λογχίζουμε
εσείς λογχίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά λογχίζουν
Παρατατικός
εγώ λόγχιζα
εσύ λόγχιζες
αυτός / αυτή / αυτό λόγχιζε
εμείς λογχίζαμε
εσείς λογχίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά λόγχιζαν
Αόριστος
εγώ λόγχισα
εσύ λόγχισες
αυτός / αυτή / αυτό λόγχισε
εμείς λογχίσαμε
εσείς λογχίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λόγχισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογχίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λογχίσω
εσύ λογχίσεις
αυτός / αυτή / αυτό λογχίσει
εμείς λογχίσουμε
εσείς λογχίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λογχίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λόγχιζε
εσείς λογχίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λόγχισε
εσείς λογχίστε
Απαρέμφατο αορίστου
λογχίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λογχίζομαι
εσύ λογχίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λογχίζεται
εμείς λογχιζόμαστε
εσείς λογχίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λογχίζονται
Παρατατικός
εγώ λογχιζόμουν
εσύ λογχιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λογχιζόταν
εμείς λογχιζόμασταν
εσείς λογχιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λογχίζονταν
Αόριστος
εγώ λογχίστηκα
εσύ λογχίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό λογχίστηκε
εμείς λογχιστήκαμε
εσείς λογχιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λογχίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογχιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λογχιστώ
εσύ λογχιστείς
αυτός / αυτή / αυτό λογχιστεί
εμείς λογχιστούμε
εσείς λογχιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λογχιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λογχίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λογχίσου
εσείς λογχιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λογχιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary