Conjugation of λογοκρίνω
lo.ɣoˈkɾi.noδιαγράφω κατά την κρίση μου τμήμα από κείμενο άλλου, επειδή περιέχει πληροφορίες που χαρακτηρίζονται απόρρητες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λογοκρίνω |
| εσύ | λογοκρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκρίνει |
| εμείς | λογοκρίνουμε |
| εσείς | λογοκρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκρίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | λογόκρινα |
| εσύ | λογόκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογόκρινε |
| εμείς | λογοκρίναμε |
| εσείς | λογοκρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογόκριναν |
Αόριστος
| εγώ | λογόκρινα |
| εσύ | λογόκρινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογόκρινε |
| εμείς | λογοκρίναμε |
| εσείς | λογοκρίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογόκριναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λογοκρίνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λογοκρίνω |
| εσύ | λογοκρίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκρίνει |
| εμείς | λογοκρίνουμε |
| εσείς | λογοκρίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκρίνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λογόκρινε |
| εσείς | λογοκρίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λογόκρινε |
| εσείς | λογοκρίνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λογοκρίνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λογοκρίνομαι |
| εσύ | λογοκρίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκρίνεται |
| εμείς | λογοκρινόμαστε |
| εσείς | λογοκρίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκρίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | λογοκρινόμουν |
| εσύ | λογοκρινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκρινόταν |
| εμείς | λογοκρινόμασταν |
| εσείς | λογοκρινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκρίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | λογοκρίθηκα |
| εσύ | λογοκρίθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκρίθηκε |
| εμείς | λογοκριθήκαμε |
| εσείς | λογοκριθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκρίθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λογοκριθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λογοκριθώ |
| εσύ | λογοκριθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | λογοκριθεί |
| εμείς | λογοκριθούμε |
| εσείς | λογοκριθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λογοκριθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | λογοκρίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λογοκρίσου |
| εσείς | λογοκριθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λογοκριθεί |