HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λογοκρίνω — definition

Conjugation of λογοκρίνω

Regular CEFR B2
lo.ɣoˈkɾi.no

διαγράφω κατά την κρίση μου τμήμα από κείμενο άλλου, επειδή περιέχει πληροφορίες που χαρακτηρίζονται απόρρητες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λογοκρίνω
εσύ λογοκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό λογοκρίνει
εμείς λογοκρίνουμε
εσείς λογοκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκρίνουν
Παρατατικός
εγώ λογόκρινα
εσύ λογόκρινες
αυτός / αυτή / αυτό λογόκρινε
εμείς λογοκρίναμε
εσείς λογοκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά λογόκριναν
Αόριστος
εγώ λογόκρινα
εσύ λογόκρινες
αυτός / αυτή / αυτό λογόκρινε
εμείς λογοκρίναμε
εσείς λογοκρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά λογόκριναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογοκρίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λογοκρίνω
εσύ λογοκρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό λογοκρίνει
εμείς λογοκρίνουμε
εσείς λογοκρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκρίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λογόκρινε
εσείς λογοκρίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λογόκρινε
εσείς λογοκρίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
λογοκρίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λογοκρίνομαι
εσύ λογοκρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λογοκρίνεται
εμείς λογοκρινόμαστε
εσείς λογοκρίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκρίνονται
Παρατατικός
εγώ λογοκρινόμουν
εσύ λογοκρινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λογοκρινόταν
εμείς λογοκρινόμασταν
εσείς λογοκρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκρίνονταν
Αόριστος
εγώ λογοκρίθηκα
εσύ λογοκρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λογοκρίθηκε
εμείς λογοκριθήκαμε
εσείς λογοκριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκρίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λογοκριθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λογοκριθώ
εσύ λογοκριθείς
αυτός / αυτή / αυτό λογοκριθεί
εμείς λογοκριθούμε
εσείς λογοκριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λογοκριθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λογοκρίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λογοκρίσου
εσείς λογοκριθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λογοκριθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary