HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λιώνω — definition

Conjugation of λιώνω

Regular CEFR C2
ˈʎo.no

δοκιμάζομαι από έντονα συναισθήματα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λιώνω
εσύ λιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό λιώνει
εμείς λιώνουμε
εσείς λιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιώνουν
Παρατατικός
εγώ έλιωνα
εσύ έλιωνες
αυτός / αυτή / αυτό έλιωνε
εμείς λιώναμε
εσείς λιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιωναν
Αόριστος
εγώ έλιωσα
εσύ έλιωσες
αυτός / αυτή / αυτό έλιωσε
εμείς λιώσαμε
εσείς λιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λιώσω
εσύ λιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό λιώσει
εμείς λιώσουμε
εσείς λιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λιώνε
εσείς λιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λιώσε
εσείς λιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
λιώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary