Conjugation of λιποθυμάω
li.po.θiˈma.oχάνω τις αισθήσεις μου με τρόπο αιφνίδιο και για προσωρινό χρονικό διάστημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λιποθυμάω |
| εσύ | λιποθυμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | λιποθυμάει |
| εμείς | λιποθυμάμε |
| εσείς | λιποθυμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λιποθυμάνε |
Παρατατικός
| εγώ | λιποθυμούσα |
| εσύ | λιποθυμούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λιποθυμούσε |
| εμείς | λιποθυμούσαμε |
| εσείς | λιποθυμούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λιποθυμούσαν |
Αόριστος
| εγώ | λιποθύμησα |
| εσύ | λιποθύμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λιποθύμησε |
| εμείς | λιποθυμήσαμε |
| εσείς | λιποθυμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λιποθύμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λιποθυμήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λιποθυμήσω |
| εσύ | λιποθυμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λιποθυμήσει |
| εμείς | λιποθυμήσουμε |
| εσείς | λιποθυμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λιποθυμήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λιποθύμα |
| εσείς | λιποθυμάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λιποθύμησε |
| εσείς | λιποθυμήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λιποθυμήσει |