HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λιποθυμάω — definition

Conjugation of λιποθυμάω

Regular CEFR B2
li.po.θiˈma.o

χάνω τις αισθήσεις μου με τρόπο αιφνίδιο και για προσωρινό χρονικό διάστημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λιποθυμάω
εσύ λιποθυμάς
αυτός / αυτή / αυτό λιποθυμάει
εμείς λιποθυμάμε
εσείς λιποθυμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά λιποθυμάνε
Παρατατικός
εγώ λιποθυμούσα
εσύ λιποθυμούσες
αυτός / αυτή / αυτό λιποθυμούσε
εμείς λιποθυμούσαμε
εσείς λιποθυμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λιποθυμούσαν
Αόριστος
εγώ λιποθύμησα
εσύ λιποθύμησες
αυτός / αυτή / αυτό λιποθύμησε
εμείς λιποθυμήσαμε
εσείς λιποθυμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λιποθύμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λιποθυμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λιποθυμήσω
εσύ λιποθυμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό λιποθυμήσει
εμείς λιποθυμήσουμε
εσείς λιποθυμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιποθυμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λιποθύμα
εσείς λιποθυμάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λιποθύμησε
εσείς λιποθυμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
λιποθυμήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary