HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λιγοστεύω — definition

Conjugation of λιγοστεύω

Regular CEFR B2
li.ɣoˈste.vo

κάνω κάτι λιγότερο, το μειώνω, το ελαττώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λιγοστεύω
εσύ λιγοστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό λιγοστεύει
εμείς λιγοστεύουμε
εσείς λιγοστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιγοστεύουν
Παρατατικός
εγώ λιγόστευα
εσύ λιγόστευες
αυτός / αυτή / αυτό λιγόστευε
εμείς λιγοστεύαμε
εσείς λιγοστεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά λιγόστευαν
Αόριστος
εγώ λιγόστεψα
εσύ λιγόστεψες
αυτός / αυτή / αυτό λιγόστεψε
εμείς λιγοστέψαμε
εσείς λιγοστέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά λιγόστεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λιγοστέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λιγοστέψω
εσύ λιγοστέψεις
αυτός / αυτή / αυτό λιγοστέψει
εμείς λιγοστέψουμε
εσείς λιγοστέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιγοστέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λιγόστευε
εσείς λιγοστεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λιγόστεψε
εσείς λιγοστέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
λιγοστέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary