HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λιάζω — definition

Conjugation of λιάζω

Regular CEFR B1
ˈʎa.zo

εκθέτω κάτι στην ακτινοβολία του ήλιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λιάζω
εσύ λιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό λιάζει
εμείς λιάζουμε
εσείς λιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιάζουν
Παρατατικός
εγώ έλιαζα
εσύ έλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό έλιαζε
εμείς λιάζαμε
εσείς λιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιαζαν
Αόριστος
εγώ έλιασα
εσύ έλιασες
αυτός / αυτή / αυτό έλιασε
εμείς λιάσαμε
εσείς λιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λιάσω
εσύ λιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό λιάσει
εμείς λιάσουμε
εσείς λιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λιάζε
εσείς λιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λιάσε
εσείς λιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
λιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λιάζομαι
εσύ λιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λιάζεται
εμείς λιαζόμαστε
εσείς λιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λιάζονται
Παρατατικός
εγώ λιαζόμουν
εσύ λιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λιαζόταν
εμείς λιαζόμασταν
εσείς λιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λιάζονταν
Αόριστος
εγώ λιάστηκα
εσύ λιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό λιάστηκε
εμείς λιαστήκαμε
εσείς λιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λιαστώ
εσύ λιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό λιαστεί
εμείς λιαστούμε
εσείς λιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λιάσου
εσείς λιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary