Conjugation of ληστεύω
liˈste.voαφαιρώ από κάποιον παράνομα και με τη βία χρήματα ή άλλα αγαθά, συχνά με χρήση ή υπό την απειλή χρήσης όπλων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ληστεύω |
| εσύ | ληστεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστεύει |
| εμείς | ληστεύουμε |
| εσείς | ληστεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | λήστευα |
| εσύ | λήστευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λήστευε |
| εμείς | ληστεύαμε |
| εσείς | ληστεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λήστευαν |
Αόριστος
| εγώ | λήστεψα |
| εσύ | λήστεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λήστεψε |
| εμείς | ληστέψαμε |
| εσείς | ληστέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λήστεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ληστέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ληστέψω |
| εσύ | ληστέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστέψει |
| εμείς | ληστέψουμε |
| εσείς | ληστέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λήστευε |
| εσείς | ληστεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λήστεψε |
| εσείς | ληστέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ληστέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ληστεύομαι |
| εσύ | ληστεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστεύεται |
| εμείς | ληστευόμαστε |
| εσείς | ληστεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ληστευόμουν |
| εσύ | ληστευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστευόταν |
| εμείς | ληστευόμασταν |
| εσείς | ληστευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ληστεύτηκα |
| εσύ | ληστεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστεύτηκε |
| εμείς | ληστευτήκαμε |
| εσείς | ληστευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ληστευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ληστευτώ |
| εσύ | ληστευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ληστευτεί |
| εμείς | ληστευτούμε |
| εσείς | ληστευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ληστευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ληστεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ληστέψου |
| εσείς | ληστευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ληστευτεί |