HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ληστεύω — definition

Conjugation of ληστεύω

Regular CEFR B1
liˈste.vo

αφαιρώ από κάποιον παράνομα και με τη βία χρήματα ή άλλα αγαθά, συχνά με χρήση ή υπό την απειλή χρήσης όπλων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ληστεύω
εσύ ληστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ληστεύει
εμείς ληστεύουμε
εσείς ληστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ληστεύουν
Παρατατικός
εγώ λήστευα
εσύ λήστευες
αυτός / αυτή / αυτό λήστευε
εμείς ληστεύαμε
εσείς ληστεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά λήστευαν
Αόριστος
εγώ λήστεψα
εσύ λήστεψες
αυτός / αυτή / αυτό λήστεψε
εμείς ληστέψαμε
εσείς ληστέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά λήστεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ληστέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ληστέψω
εσύ ληστέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ληστέψει
εμείς ληστέψουμε
εσείς ληστέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ληστέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λήστευε
εσείς ληστεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λήστεψε
εσείς ληστέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ληστέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ληστεύομαι
εσύ ληστεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ληστεύεται
εμείς ληστευόμαστε
εσείς ληστεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ληστεύονται
Παρατατικός
εγώ ληστευόμουν
εσύ ληστευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ληστευόταν
εμείς ληστευόμασταν
εσείς ληστευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ληστεύονταν
Αόριστος
εγώ ληστεύτηκα
εσύ ληστεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ληστεύτηκε
εμείς ληστευτήκαμε
εσείς ληστευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ληστεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ληστευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ληστευτώ
εσύ ληστευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ληστευτεί
εμείς ληστευτούμε
εσείς ληστευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ληστευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ληστεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ληστέψου
εσείς ληστευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ληστευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary