HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λησμονώ — definition

Conjugation of λησμονώ

Regular CEFR B1
lizmoˈno

ξεχνώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λησμονώ - λησμονάω
εσύ λησμονείς - λησμονάς
αυτός / αυτή / αυτό λησμονεί - λησμονάει
εμείς λησμονούμε - λησμονάμε
εσείς λησμονείτε - λησμονάτε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονούν - λησμονάνε
Παρατατικός
εγώ λησμονούσα - λησμόναγα
εσύ λησμονούσες - λησμόναγες
αυτός / αυτή / αυτό λησμονούσε - λησμόναγε
εμείς λησμονούσαμε - λησμονάγαμε
εσείς λησμονούσατε - λησμονάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονούσαν - λησμόναγαν
Αόριστος
εγώ λησμόνησα
εσύ λησμόνησες
αυτός / αυτή / αυτό λησμόνησε
εμείς λησμονήσαμε
εσείς λησμονήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμόνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λησμονήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λησμονήσω
εσύ λησμονήσεις
αυτός / αυτή / αυτό λησμονήσει
εμείς λησμονήσουμε
εσείς λησμονήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λησμόνα
εσείς λησμονείτε - λησμονάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λησμόνησε
εσείς λησμονήστε
Απαρέμφατο αορίστου
λησμονήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λησμονούμαι - λησμονιέμαι
εσύ λησμονείσαι - λησμονιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό λησμονείται - λησμονιέται
εμείς λησμονούμαστε - λησμονιόμαστε
εσείς λησμονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονούνται - λησμονιούνται
Παρατατικός
εγώ [λησμονούμουν]² - λησμονιόμουν
εσύ [λησμονούσουν] - λησμονιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λησμονούνταν -λησμονιόταν
εμείς λησμονούμασταν
εσείς [λησμονούσασταν, (‑ούσαστε)]² - λησμονιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονούνταν - λησμονιόνταν
Αόριστος
εγώ λησμονήθηκα
εσύ λησμονήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λησμονήθηκε
εμείς λησμονηθήκαμε
εσείς λησμονηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λησμονηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λησμονηθώ
εσύ λησμονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό λησμονηθεί
εμείς λησμονηθούμε
εσείς λησμονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λησμονηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λησμονείστε - λησμονιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λησμονήσου
εσείς λησμονηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λησμονηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary