Conjugation of λεσβιάζω
lezviˈazoέχω λεσβιακές τάσεις (λέξη σχετική με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λεσβιάζω |
| εσύ | λεσβιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λεσβιάζει |
| εμείς | λεσβιάζουμε |
| εσείς | λεσβιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λεσβιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | λεσβίαζα |
| εσύ | λεσβίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λεσβίαζε |
| εμείς | λεσβιάζαμε |
| εσείς | λεσβιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λεσβίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | λεσβίασα |
| εσύ | λεσβίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | λεσβίασε |
| εμείς | λεσβιάσαμε |
| εσείς | λεσβιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λεσβίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λεσβιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λεσβιάσω |
| εσύ | λεσβιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λεσβιάσει |
| εμείς | λεσβιάσουμε |
| εσείς | λεσβιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λεσβιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λεσβίαζε |
| εσείς | λεσβιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λεσβίασε |
| εσείς | λεσβιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λεσβιάσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.