HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λεσβιάζω — definition

Conjugation of λεσβιάζω

Regular CEFR B2
lezviˈazo

έχω λεσβιακές τάσεις (λέξη σχετική με τη γυναικεία ομοφυλοφιλία) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λεσβιάζω
εσύ λεσβιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό λεσβιάζει
εμείς λεσβιάζουμε
εσείς λεσβιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά λεσβιάζουν
Παρατατικός
εγώ λεσβίαζα
εσύ λεσβίαζες
αυτός / αυτή / αυτό λεσβίαζε
εμείς λεσβιάζαμε
εσείς λεσβιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά λεσβίαζαν
Αόριστος
εγώ λεσβίασα
εσύ λεσβίασες
αυτός / αυτή / αυτό λεσβίασε
εμείς λεσβιάσαμε
εσείς λεσβιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λεσβίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λεσβιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λεσβιάσω
εσύ λεσβιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό λεσβιάσει
εμείς λεσβιάσουμε
εσείς λεσβιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λεσβιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λεσβίαζε
εσείς λεσβιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λεσβίασε
εσείς λεσβιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
λεσβιάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary