HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λερώνω — definition

Conjugation of λερώνω

Regular CEFR B1
leˈɾo.no

κηλιδώνω την τιμή κάποιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λερώνω
εσύ λερώνεις
αυτός / αυτή / αυτό λερώνει
εμείς λερώνουμε
εσείς λερώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά λερώνουν
Παρατατικός
εγώ λέρωνα
εσύ λέρωνες
αυτός / αυτή / αυτό λέρωνε
εμείς λερώναμε
εσείς λερώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά λέρωναν
Αόριστος
εγώ λέρωσα
εσύ λέρωσες
αυτός / αυτή / αυτό λέρωσε
εμείς λερώσαμε
εσείς λερώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λέρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λερώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λερώσω
εσύ λερώσεις
αυτός / αυτή / αυτό λερώσει
εμείς λερώσουμε
εσείς λερώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λερώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λέρωνε
εσείς λερώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λέρωσε
εσείς λερώστε
Απαρέμφατο αορίστου
λερώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λερώνομαι
εσύ λερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λερώνεται
εμείς λερωνόμαστε
εσείς λερώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λερώνονται
Παρατατικός
εγώ λερωνόμουν
εσύ λερωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λερωνόταν
εμείς λερωνόμασταν
εσείς λερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λερώνονταν
Αόριστος
εγώ λερώθηκα
εσύ λερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό λερώθηκε
εμείς λερωθήκαμε
εσείς λερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λερώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λερωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λερωθώ
εσύ λερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό λερωθεί
εμείς λερωθούμε
εσείς λερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λερωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λερώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λερώσου
εσείς λερωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λερωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary