HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λεκιάζω — definition

Conjugation of λεκιάζω

Regular CEFR B1
leˈca.zo

λερώνω, κάνω λεκέδες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λεκιάζω
εσύ λεκιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό λεκιάζει
εμείς λεκιάζουμε
εσείς λεκιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιάζουν
Παρατατικός
εγώ λέκιαζα
εσύ λέκιαζες
αυτός / αυτή / αυτό λέκιαζε
εμείς λεκιάζαμε
εσείς λεκιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά λέκιαζαν
Αόριστος
εγώ λέκιασα
εσύ λέκιασες
αυτός / αυτή / αυτό λέκιασε
εμείς λεκιάσαμε
εσείς λεκιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά λέκιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λεκιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λεκιάσω
εσύ λεκιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό λεκιάσει
εμείς λεκιάσουμε
εσείς λεκιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λεκιάζε
εσείς λεκιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λεκιάσε
εσείς λεκιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
λεκιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λεκιάζομαι
εσύ λεκιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λεκιάζεται
εμείς λεκιαζόμαστε
εσείς λεκιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιάζονται
Παρατατικός
εγώ λεκιαζόμουν
εσύ λεκιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λεκιαζόταν
εμείς λεκιαζόμασταν
εσείς λεκιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιάζονταν
Αόριστος
εγώ λεκιάστηκα
εσύ λεκιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό λεκιάστηκε
εμείς λεκιαστήκαμε
εσείς λεκιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λεκιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λεκιαστώ
εσύ λεκιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό λεκιαστεί
εμείς λεκιαστούμε
εσείς λεκιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λεκιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λεκιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς λεκιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λεκιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary