HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λείπω — definition

Conjugation of λείπω

Regular CEFR C1
ˈli.po

απουσιάζω, δεν είμαι σε κάποιο σημείο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λείπω
εσύ λείπεις
αυτός / αυτή / αυτό λείπει
εμείς λείπουμε
εσείς λείπετε
αυτοί / αυτές / αυτά λείπουν
Παρατατικός
εγώ έλειπα
εσύ έλειπες
αυτός / αυτή / αυτό έλειπε
εμείς λείπαμε
εσείς λείπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλειπαν
Αόριστος
εγώ έλειψα
εσύ έλειψες
αυτός / αυτή / αυτό έλειψε
εμείς λείψαμε
εσείς λείψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλειψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λείψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λείψω
εσύ λείψεις
αυτός / αυτή / αυτό λείψει
εμείς λείψουμε
εσείς λείψετε
αυτοί / αυτές / αυτά λείψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λείπε
εσείς λείπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λείψε
εσείς λείψτε
Απαρέμφατο αορίστου
λείψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary