HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λατρεύω — definition

Conjugation of λατρεύω

Regular CEFR A2
laˈtɾe.vo

έχω έντονα, κατά βάση ερωτικά, αισθήματα για κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λατρεύω
εσύ λατρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό λατρεύει
εμείς λατρεύουμε
εσείς λατρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά λατρεύουν
Παρατατικός
εγώ λάτρευα
εσύ λάτρευες
αυτός / αυτή / αυτό λάτρευε
εμείς λατρεύαμε
εσείς λατρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά λάτρευαν
Αόριστος
εγώ λάτρεψα
εσύ λάτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό λάτρεψε
εμείς λατρέψαμε
εσείς λατρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά λάτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λατρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λατρέψω
εσύ λατρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό λατρέψει
εμείς λατρέψουμε
εσείς λατρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά λατρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λάτρευε
εσείς λατρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λάτρεψε
εσείς λατρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
λατρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λατρεύομαι
εσύ λατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό λατρεύεται
εμείς λατρευόμαστε
εσείς λατρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά λατρεύονται
Παρατατικός
εγώ λατρευόμουν
εσύ λατρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό λατρευόταν
εμείς λατρευόμασταν
εσείς λατρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά λατρεύονταν
Αόριστος
εγώ λατρεύτηκα
εσύ λατρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό λατρεύτηκε
εμείς λατρευτήκαμε
εσείς λατρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά λατρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λατρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λατρευτώ
εσύ λατρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό λατρευτεί
εμείς λατρευτούμε
εσείς λατρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά λατρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς λατρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λατρέψου
εσείς λατρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
λατρευτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary