HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λήγω — definition

Conjugation of λήγω

Regular CEFR B1
ˈli.ɣo

για προϊόντα που έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους και δεν πρέπει να καταναλωθούν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λήγω
εσύ λήγεις
αυτός / αυτή / αυτό λήγει
εμείς λήγουμε
εσείς λήγετε
αυτοί / αυτές / αυτά λήγουν
Παρατατικός
εγώ έληγα
εσύ έληγες
αυτός / αυτή / αυτό έληγε
εμείς λήγαμε
εσείς λήγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έληγαν
Αόριστος
εγώ έληξα
εσύ έληξες
αυτός / αυτή / αυτό έληξε
εμείς λήξαμε
εσείς λήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έληξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λήξω
εσύ λήξεις
αυτός / αυτή / αυτό λήξει
εμείς λήξουμε
εσείς λήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά λήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λήγε
εσείς λήγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λήξε
εσείς λήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
λήξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary