Conjugation of λήγω
ˈli.ɣoγια προϊόντα που έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους και δεν πρέπει να καταναλωθούν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | λήγω |
| εσύ | λήγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λήγει |
| εμείς | λήγουμε |
| εσείς | λήγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λήγουν |
Παρατατικός
| εγώ | έληγα |
| εσύ | έληγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έληγε |
| εμείς | λήγαμε |
| εσείς | λήγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έληγαν |
Αόριστος
| εγώ | έληξα |
| εσύ | έληξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έληξε |
| εμείς | λήξαμε |
| εσείς | λήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έληξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα λήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | λήξω |
| εσύ | λήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | λήξει |
| εμείς | λήξουμε |
| εσείς | λήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | λήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | λήγε |
| εσείς | λήγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | λήξε |
| εσείς | λήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | λήξει |