HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← λάμπω — definition

Conjugation of λάμπω

Regular CEFR B1
ˈlam.bo

ακτινοβολώ φως Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ λάμπω
εσύ λάμπεις
αυτός / αυτή / αυτό λάμπει
εμείς λάμπουμε
εσείς λάμπετε
αυτοί / αυτές / αυτά λάμπουν
Παρατατικός
εγώ έλαμπα
εσύ έλαμπες
αυτός / αυτή / αυτό έλαμπε
εμείς λάμπαμε
εσείς λάμπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλαμπαν
Αόριστος
εγώ έλαμψα
εσύ έλαμψες
αυτός / αυτή / αυτό έλαμψε
εμείς λάμψαμε
εσείς λάμψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλαμψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα λάμψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ λάμψω
εσύ λάμψεις
αυτός / αυτή / αυτό λάμψει
εμείς λάμψουμε
εσείς λάμψετε
αυτοί / αυτές / αυτά λάμψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ λάμπε
εσείς λάμπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ λάμψε
εσείς λάμψτε
Απαρέμφατο αορίστου
λάμψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary