Conjugation of κυρώνω
ciˈɾo.noκαθιστώ κάτι νομικά έγκυρο, του προσδίδω εγκυρότητα και ισχύ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυρώνω |
| εσύ | κυρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρώνει |
| εμείς | κυρώνουμε |
| εσείς | κυρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κύρωνα |
| εσύ | κύρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κύρωνε |
| εμείς | κυρώναμε |
| εσείς | κυρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κύρωναν |
Αόριστος
| εγώ | κύρωσα |
| εσύ | κύρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κύρωσε |
| εμείς | κυρώσαμε |
| εσείς | κυρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κύρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυρώσω |
| εσύ | κυρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρώσει |
| εμείς | κυρώσουμε |
| εσείς | κυρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κύρωνε |
| εσείς | κυρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κύρωσε |
| εσείς | κυρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυρώνομαι |
| εσύ | κυρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρώνεται |
| εμείς | κυρωνόμαστε |
| εσείς | κυρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κυρωνόμουν |
| εσύ | κυρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρωνόταν |
| εμείς | κυρωνόμασταν |
| εσείς | κυρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κυρώθηκα |
| εσύ | κυρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρώθηκε |
| εμείς | κυρωθήκαμε |
| εσείς | κυρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυρωθώ |
| εσύ | κυρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυρωθεί |
| εμείς | κυρωθούμε |
| εσείς | κυρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυρώσου |
| εσείς | κυρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυρωθεί |