HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυρώνω — definition

Conjugation of κυρώνω

Regular CEFR B1
ciˈɾo.no

καθιστώ κάτι νομικά έγκυρο, του προσδίδω εγκυρότητα και ισχύ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυρώνω
εσύ κυρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κυρώνει
εμείς κυρώνουμε
εσείς κυρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρώνουν
Παρατατικός
εγώ κύρωνα
εσύ κύρωνες
αυτός / αυτή / αυτό κύρωνε
εμείς κυρώναμε
εσείς κυρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κύρωναν
Αόριστος
εγώ κύρωσα
εσύ κύρωσες
αυτός / αυτή / αυτό κύρωσε
εμείς κυρώσαμε
εσείς κυρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κύρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυρώσω
εσύ κυρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυρώσει
εμείς κυρώσουμε
εσείς κυρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κύρωνε
εσείς κυρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κύρωσε
εσείς κυρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυρώνομαι
εσύ κυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυρώνεται
εμείς κυρωνόμαστε
εσείς κυρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρώνονται
Παρατατικός
εγώ κυρωνόμουν
εσύ κυρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κυρωνόταν
εμείς κυρωνόμασταν
εσείς κυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κυρώνονταν
Αόριστος
εγώ κυρώθηκα
εσύ κυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυρώθηκε
εμείς κυρωθήκαμε
εσείς κυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυρωθώ
εσύ κυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυρωθεί
εμείς κυρωθούμε
εσείς κυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυρώσου
εσείς κυρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary