HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυριεύω — definition

Conjugation of κυριεύω

Regular CEFR B1
ci.ɾiˈe.vo

γίνομαι κύριος (κυρίαρχος) κάποιου, αποκτώ εξουσία πάνω σε κάτι, κατακτώ, καταλαμβάνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυριεύω
εσύ κυριεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κυριεύει
εμείς κυριεύουμε
εσείς κυριεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριεύουν
Παρατατικός
εγώ κυρίευα
εσύ κυρίευες
αυτός / αυτή / αυτό κυρίευε
εμείς κυριεύαμε
εσείς κυριεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρίευαν
Αόριστος
εγώ κυρίευσα
εσύ κυρίευσες
αυτός / αυτή / αυτό κυρίευσε
εμείς κυριεύσαμε
εσείς κυριεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυρίευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυριεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυριεύσω
εσύ κυριεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυριεύσει
εμείς κυριεύσουμε
εσείς κυριεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κυρίευε
εσείς κυριεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυρίευσε
εσείς κυριεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυριεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυριεύομαι
εσύ κυριεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυριεύεται
εμείς κυριευόμαστε
εσείς κυριεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριεύονται
Παρατατικός
εγώ κυριευόμουν
εσύ κυριευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κυριευόταν
εμείς κυριευόμασταν
εσείς κυριευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κυριεύονταν
Αόριστος
εγώ κυριεύθηκα
εσύ κυριεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυριεύθηκε
εμείς κυριευθήκαμε
εσείς κυριευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριεύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυριευθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυριευθώ
εσύ κυριευθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυριευθεί
εμείς κυριευθούμε
εσείς κυριευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριευθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυριεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυριεύσου
εσείς κυριευθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυριευθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary