HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυριαρχώ — definition

Conjugation of κυριαρχώ

Regular CEFR B2
ci.ɾi.aɾˈxo

γίνομαι κύριος και εξουσιαστής επάνω σε κάτι, το ελέγχω απόλυτα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυριαρχώ
εσύ κυριαρχείς
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχεί
εμείς κυριαρχούμε
εσείς κυριαρχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχούν
Παρατατικός
εγώ κυριαρχούσα
εσύ κυριαρχούσες
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχούσε
εμείς κυριαρχούσαμε
εσείς κυριαρχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχούσαν
Αόριστος
εγώ κυριάρχησα
εσύ κυριάρχησες
αυτός / αυτή / αυτό κυριάρχησε
εμείς κυριαρχήσαμε
εσείς κυριαρχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριάρχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυριαρχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυριαρχήσω
εσύ κυριαρχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχήσει
εμείς κυριαρχήσουμε
εσείς κυριαρχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυριαρχείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυριάρχησε
εσείς κυριαρχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυριαρχήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυριαρχούμαι
εσύ κυριαρχείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχείται
εμείς κυριαρχούμαστε
εσείς κυριαρχείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχούνταν
εμείς κυριαρχούμασταν
εσείς [κυριαρχούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχούνταν
Αόριστος
εγώ κυριαρχήθηκα
εσύ κυριαρχήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχήθηκε
εμείς κυριαρχηθήκαμε
εσείς κυριαρχηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυριαρχηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυριαρχηθώ
εσύ κυριαρχηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυριαρχηθεί
εμείς κυριαρχηθούμε
εσείς κυριαρχηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυριαρχηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυριαρχείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυριαρχήσου
εσείς κυριαρχηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυριαρχηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary