Conjugation of κυριαρχώ
ci.ɾi.aɾˈxoγίνομαι κύριος και εξουσιαστής επάνω σε κάτι, το ελέγχω απόλυτα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυριαρχώ |
| εσύ | κυριαρχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχεί |
| εμείς | κυριαρχούμε |
| εσείς | κυριαρχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχούν |
Παρατατικός
| εγώ | κυριαρχούσα |
| εσύ | κυριαρχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχούσε |
| εμείς | κυριαρχούσαμε |
| εσείς | κυριαρχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κυριάρχησα |
| εσύ | κυριάρχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριάρχησε |
| εμείς | κυριαρχήσαμε |
| εσείς | κυριαρχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριάρχησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυριαρχήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυριαρχήσω |
| εσύ | κυριαρχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχήσει |
| εμείς | κυριαρχήσουμε |
| εσείς | κυριαρχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυριαρχείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυριάρχησε |
| εσείς | κυριαρχήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυριαρχήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυριαρχούμαι |
| εσύ | κυριαρχείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχείται |
| εμείς | κυριαρχούμαστε |
| εσείς | κυριαρχείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχούνταν |
| εμείς | κυριαρχούμασταν |
| εσείς | [κυριαρχούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κυριαρχήθηκα |
| εσύ | κυριαρχήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχήθηκε |
| εμείς | κυριαρχηθήκαμε |
| εσείς | κυριαρχηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυριαρχηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυριαρχηθώ |
| εσύ | κυριαρχηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυριαρχηθεί |
| εμείς | κυριαρχηθούμε |
| εσείς | κυριαρχηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυριαρχηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυριαρχείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυριαρχήσου |
| εσείς | κυριαρχηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυριαρχηθεί |