Conjugation of κυοφορώ
ci.o.foˈroθα δημιουργήσω κάτι σημαντικό, θετικό ή αρνητικό, όπου νά' ναι θα γεννηθεί κάτι καινούργιο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυοφορώ |
| εσύ | κυοφορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορεί |
| εμείς | κυοφορούμε |
| εσείς | κυοφορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορούν |
Παρατατικός
| εγώ | κυοφορούσα |
| εσύ | κυοφορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορούσε |
| εμείς | κυοφορούσαμε |
| εσείς | κυοφορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κυοφόρησα |
| εσύ | κυοφόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφόρησε |
| εμείς | κυοφορήσαμε |
| εσείς | κυοφορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυοφορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυοφορήσω |
| εσύ | κυοφορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορήσει |
| εμείς | κυοφορήσουμε |
| εσείς | κυοφορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυοφορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυοφόρησε |
| εσείς | κυοφορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυοφορήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυοφορούμαι |
| εσύ | κυοφορείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορείται |
| εμείς | κυοφορούμαστε |
| εσείς | κυοφορείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορούνταν |
| εμείς | κυοφορούμασταν |
| εσείς | [κυοφορούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κυοφορήθηκα |
| εσύ | κυοφορήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορήθηκε |
| εμείς | κυοφορηθήκαμε |
| εσείς | κυοφορηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυοφορηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυοφορηθώ |
| εσύ | κυοφορηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυοφορηθεί |
| εμείς | κυοφορηθούμε |
| εσείς | κυοφορηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυοφορηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυοφορείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυοφορήσου |
| εσείς | κυοφορηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυοφορηθεί |