HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυοφορώ — definition

Conjugation of κυοφορώ

Regular CEFR B1
ci.o.foˈro

θα δημιουργήσω κάτι σημαντικό, θετικό ή αρνητικό, όπου νά' ναι θα γεννηθεί κάτι καινούργιο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυοφορώ
εσύ κυοφορείς
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορεί
εμείς κυοφορούμε
εσείς κυοφορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορούν
Παρατατικός
εγώ κυοφορούσα
εσύ κυοφορούσες
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορούσε
εμείς κυοφορούσαμε
εσείς κυοφορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορούσαν
Αόριστος
εγώ κυοφόρησα
εσύ κυοφόρησες
αυτός / αυτή / αυτό κυοφόρησε
εμείς κυοφορήσαμε
εσείς κυοφορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφόρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυοφορήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυοφορήσω
εσύ κυοφορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορήσει
εμείς κυοφορήσουμε
εσείς κυοφορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυοφορείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυοφόρησε
εσείς κυοφορήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυοφορήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυοφορούμαι
εσύ κυοφορείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορείται
εμείς κυοφορούμαστε
εσείς κυοφορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορούνταν
εμείς κυοφορούμασταν
εσείς [κυοφορούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορούνταν
Αόριστος
εγώ κυοφορήθηκα
εσύ κυοφορήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορήθηκε
εμείς κυοφορηθήκαμε
εσείς κυοφορηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυοφορηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυοφορηθώ
εσύ κυοφορηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυοφορηθεί
εμείς κυοφορηθούμε
εσείς κυοφορηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυοφορηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυοφορείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυοφορήσου
εσείς κυοφορηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυοφορηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary