Conjugation of κυνηγάω
ci.niˈɣa.oκαταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυνηγάω |
| εσύ | κυνηγάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγάει |
| εμείς | κυνηγάμε |
| εσείς | κυνηγάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγάνε |
Παρατατικός
| εγώ | κυνηγούσα |
| εσύ | κυνηγούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγούσε |
| εμείς | κυνηγούσαμε |
| εσείς | κυνηγούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κυνήγησα |
| εσύ | κυνήγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνήγησε |
| εμείς | κυνηγήσαμε |
| εσείς | κυνηγήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνήγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυνηγήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυνηγήσω |
| εσύ | κυνηγήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγήσει |
| εμείς | κυνηγήσουμε |
| εσείς | κυνηγήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κυνήγα |
| εσείς | κυνηγάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυνήγησε |
| εσείς | κυνηγήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυνηγήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυνηγιέμαι |
| εσύ | κυνηγιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγιέται |
| εμείς | κυνηγιόμαστε |
| εσείς | κυνηγιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | κυνηγιόμουν |
| εσύ | κυνηγιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγιόταν |
| εμείς | κυνηγιόμασταν |
| εσείς | κυνηγιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | κυνηγήθηκα |
| εσύ | κυνηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγήθηκε |
| εμείς | κυνηγηθήκαμε |
| εσείς | κυνηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυνηγηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυνηγηθώ |
| εσύ | κυνηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυνηγηθεί |
| εμείς | κυνηγηθούμε |
| εσείς | κυνηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυνηγηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυνηγιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυνηγήσου |
| εσείς | κυνηγηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυνηγηθεί |