HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυνηγάω — definition

Conjugation of κυνηγάω

Regular CEFR C1
ci.niˈɣa.o

καταδιώκω κάποιον, τρέχω για να τον πιάσω ή να τον προλάβω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυνηγάω
εσύ κυνηγάς
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγάει
εμείς κυνηγάμε
εσείς κυνηγάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγάνε
Παρατατικός
εγώ κυνηγούσα
εσύ κυνηγούσες
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγούσε
εμείς κυνηγούσαμε
εσείς κυνηγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγούσαν
Αόριστος
εγώ κυνήγησα
εσύ κυνήγησες
αυτός / αυτή / αυτό κυνήγησε
εμείς κυνηγήσαμε
εσείς κυνηγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνήγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυνηγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυνηγήσω
εσύ κυνηγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγήσει
εμείς κυνηγήσουμε
εσείς κυνηγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κυνήγα
εσείς κυνηγάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυνήγησε
εσείς κυνηγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυνηγήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυνηγιέμαι
εσύ κυνηγιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγιέται
εμείς κυνηγιόμαστε
εσείς κυνηγιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγιούνται
Παρατατικός
εγώ κυνηγιόμουν
εσύ κυνηγιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγιόταν
εμείς κυνηγιόμασταν
εσείς κυνηγιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγιόνταν
Αόριστος
εγώ κυνηγήθηκα
εσύ κυνηγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγήθηκε
εμείς κυνηγηθήκαμε
εσείς κυνηγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυνηγηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυνηγηθώ
εσύ κυνηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυνηγηθεί
εμείς κυνηγηθούμε
εσείς κυνηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυνηγηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυνηγιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυνηγήσου
εσείς κυνηγηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυνηγηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary