Conjugation of κυματίζω
ci.maˈti.zoαναδιπλώνομαι από τον αέρα με τρόπο παρόμοιο μ’ ένα θαλάσσιο κύμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυματίζω |
| εσύ | κυματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυματίζει |
| εμείς | κυματίζουμε |
| εσείς | κυματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κυμάτιζα |
| εσύ | κυμάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυμάτιζε |
| εμείς | κυματίζαμε |
| εσείς | κυματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυμάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κυμάτισα |
| εσύ | κυμάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυμάτισε |
| εμείς | κυματίσαμε |
| εσείς | κυματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυμάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυματίσω |
| εσύ | κυματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυματίσει |
| εμείς | κυματίσουμε |
| εσείς | κυματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κυμάτιζε |
| εσείς | κυματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυμάτισε |
| εσείς | κυματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυματίσει |