HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυματίζω — definition

Conjugation of κυματίζω

Regular CEFR B2
ci.maˈti.zo

αναδιπλώνομαι από τον αέρα με τρόπο παρόμοιο μ’ ένα θαλάσσιο κύμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυματίζω
εσύ κυματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κυματίζει
εμείς κυματίζουμε
εσείς κυματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυματίζουν
Παρατατικός
εγώ κυμάτιζα
εσύ κυμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό κυμάτιζε
εμείς κυματίζαμε
εσείς κυματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυμάτιζαν
Αόριστος
εγώ κυμάτισα
εσύ κυμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό κυμάτισε
εμείς κυματίσαμε
εσείς κυματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυμάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυματίσω
εσύ κυματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυματίσει
εμείς κυματίσουμε
εσείς κυματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κυμάτιζε
εσείς κυματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυμάτισε
εσείς κυματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυματίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary