HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυκλώνω — definition

Conjugation of κυκλώνω

Regular CEFR B1
ciˈklo.no

δημιουργώ «κύκλο» ή κλοιό γύρω από κάτι ή κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυκλώνω
εσύ κυκλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κυκλώνει
εμείς κυκλώνουμε
εσείς κυκλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλώνουν
Παρατατικός
εγώ κύκλωνα
εσύ κύκλωνες
αυτός / αυτή / αυτό κύκλωνε
εμείς κυκλώναμε
εσείς κυκλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κύκλωναν
Αόριστος
εγώ κύκλωσα
εσύ κύκλωσες
αυτός / αυτή / αυτό κύκλωσε
εμείς κυκλώσαμε
εσείς κυκλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κύκλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυκλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυκλώσω
εσύ κυκλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυκλώσει
εμείς κυκλώσουμε
εσείς κυκλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κύκλωνε
εσείς κυκλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κύκλωσε
εσείς κυκλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυκλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυκλώνομαι
εσύ κυκλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυκλώνεται
εμείς κυκλωνόμαστε
εσείς κυκλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλώνονται
Παρατατικός
εγώ κυκλωνόμουν
εσύ κυκλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κυκλωνόταν
εμείς κυκλωνόμασταν
εσείς κυκλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλώνονταν
Αόριστος
εγώ κυκλώθηκα
εσύ κυκλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυκλώθηκε
εμείς κυκλωθήκαμε
εσείς κυκλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυκλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυκλωθώ
εσύ κυκλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυκλωθεί
εμείς κυκλωθούμε
εσείς κυκλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυκλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυκλώσου
εσείς κυκλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυκλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary