Conjugation of κυκλώνω
ciˈklo.noδημιουργώ «κύκλο» ή κλοιό γύρω από κάτι ή κάποιον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυκλώνω |
| εσύ | κυκλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλώνει |
| εμείς | κυκλώνουμε |
| εσείς | κυκλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κύκλωνα |
| εσύ | κύκλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κύκλωνε |
| εμείς | κυκλώναμε |
| εσείς | κυκλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κύκλωναν |
Αόριστος
| εγώ | κύκλωσα |
| εσύ | κύκλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κύκλωσε |
| εμείς | κυκλώσαμε |
| εσείς | κυκλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κύκλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυκλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυκλώσω |
| εσύ | κυκλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλώσει |
| εμείς | κυκλώσουμε |
| εσείς | κυκλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κύκλωνε |
| εσείς | κυκλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κύκλωσε |
| εσείς | κυκλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυκλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυκλώνομαι |
| εσύ | κυκλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλώνεται |
| εμείς | κυκλωνόμαστε |
| εσείς | κυκλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κυκλωνόμουν |
| εσύ | κυκλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλωνόταν |
| εμείς | κυκλωνόμασταν |
| εσείς | κυκλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κυκλώθηκα |
| εσύ | κυκλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλώθηκε |
| εμείς | κυκλωθήκαμε |
| εσείς | κυκλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυκλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυκλωθώ |
| εσύ | κυκλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλωθεί |
| εμείς | κυκλωθούμε |
| εσείς | κυκλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυκλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυκλώσου |
| εσείς | κυκλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυκλωθεί |