Conjugation of κυκλοφορώ
ci.klo.foˈɾoθέτω σε κυκλοφορία ή διαθέτω κάτι για αγορά ή πώληση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυκλοφορώ |
| εσύ | κυκλοφορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορεί |
| εμείς | κυκλοφορούμε |
| εσείς | κυκλοφορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορούν |
Παρατατικός
| εγώ | κυκλοφορούσα |
| εσύ | κυκλοφορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορούσε |
| εμείς | κυκλοφορούσαμε |
| εσείς | κυκλοφορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κυκλοφόρησα |
| εσύ | κυκλοφόρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφόρησε |
| εμείς | κυκλοφορήσαμε |
| εσείς | κυκλοφορήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφόρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυκλοφορήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυκλοφορήσω |
| εσύ | κυκλοφορήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορήσει |
| εμείς | κυκλοφορήσουμε |
| εσείς | κυκλοφορήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυκλοφορείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυκλοφόρησε |
| εσείς | κυκλοφορήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυκλοφορήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κυκλοφορούμαι |
| εσύ | κυκλοφορείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορείται |
| εμείς | κυκλοφορούμαστε |
| εσείς | κυκλοφορείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορούνταν |
| εμείς | κυκλοφορούμασταν |
| εσείς | [κυκλοφορούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κυκλοφορήθηκα |
| εσύ | κυκλοφορήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορήθηκε |
| εμείς | κυκλοφορηθήκαμε |
| εσείς | κυκλοφορηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κυκλοφορηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κυκλοφορηθώ |
| εσύ | κυκλοφορηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κυκλοφορηθεί |
| εμείς | κυκλοφορηθούμε |
| εσείς | κυκλοφορηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κυκλοφορηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κυκλοφορείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κυκλοφορήσου |
| εσείς | κυκλοφορηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κυκλοφορηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.