HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κυκλοφορώ — definition

Conjugation of κυκλοφορώ

Regular CEFR C2
ci.klo.foˈɾo

θέτω σε κυκλοφορία ή διαθέτω κάτι για αγορά ή πώληση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυκλοφορώ
εσύ κυκλοφορείς
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορεί
εμείς κυκλοφορούμε
εσείς κυκλοφορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορούν
Παρατατικός
εγώ κυκλοφορούσα
εσύ κυκλοφορούσες
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορούσε
εμείς κυκλοφορούσαμε
εσείς κυκλοφορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορούσαν
Αόριστος
εγώ κυκλοφόρησα
εσύ κυκλοφόρησες
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφόρησε
εμείς κυκλοφορήσαμε
εσείς κυκλοφορήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφόρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυκλοφορήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυκλοφορήσω
εσύ κυκλοφορήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορήσει
εμείς κυκλοφορήσουμε
εσείς κυκλοφορήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυκλοφορείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυκλοφόρησε
εσείς κυκλοφορήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κυκλοφορήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κυκλοφορούμαι
εσύ κυκλοφορείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορείται
εμείς κυκλοφορούμαστε
εσείς κυκλοφορείστε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορούνταν
εμείς κυκλοφορούμασταν
εσείς [κυκλοφορούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορούνταν
Αόριστος
εγώ κυκλοφορήθηκα
εσύ κυκλοφορήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορήθηκε
εμείς κυκλοφορηθήκαμε
εσείς κυκλοφορηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κυκλοφορηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κυκλοφορηθώ
εσύ κυκλοφορηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κυκλοφορηθεί
εμείς κυκλοφορηθούμε
εσείς κυκλοφορηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κυκλοφορηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κυκλοφορείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κυκλοφορήσου
εσείς κυκλοφορηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κυκλοφορηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary