HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κτίζω — definition

Conjugation of κτίζω

Regular CEFR B1
ˈkti.zo

λογιότερη μορφή του χτίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κτίζω
εσύ κτίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κτίζει
εμείς κτίζουμε
εσείς κτίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κτίζουν
Παρατατικός
εγώ έκτιζα
εσύ έκτιζες
αυτός / αυτή / αυτό έκτιζε
εμείς κτίζαμε
εσείς κτίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκτιζαν
Αόριστος
εγώ έκτισα
εσύ έκτισες
αυτός / αυτή / αυτό έκτισε
εμείς κτίσαμε
εσείς κτίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κτίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κτίσω
εσύ κτίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κτίσει
εμείς κτίσουμε
εσείς κτίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κτίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κτίζε
εσείς κτίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κτίσε
εσείς κτίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κτίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κτίζομαι
εσύ κτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κτίζεται
εμείς κτιζόμαστε
εσείς κτίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κτίζονται
Παρατατικός
εγώ κτιζόμουν
εσύ κτιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κτιζόταν
εμείς κτιζόμασταν
εσείς κτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κτίζονταν
Αόριστος
εγώ κτίστηκα
εσύ κτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κτίστηκε
εμείς κτιστήκαμε
εσείς κτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κτίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κτιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κτιστώ
εσύ κτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό κτιστεί
εμείς κτιστούμε
εσείς κτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κτιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κτίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κτίσου
εσείς κτιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κτιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary