HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κροτώ — definition

Conjugation of κροτώ

Regular CEFR B1
kɾoˈto

παράγω κρότο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κροτώ
εσύ κροτείς
αυτός / αυτή / αυτό κροτεί
εμείς κροτούμε
εσείς κροτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κροτούν
Παρατατικός
εγώ κροτούσα
εσύ κροτούσες
αυτός / αυτή / αυτό κροτούσε
εμείς κροτούσαμε
εσείς κροτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κροτούσαν
Αόριστος
εγώ κρότησα
εσύ κρότησες
αυτός / αυτή / αυτό κρότησε
εμείς κροτήσαμε
εσείς κροτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρότησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κροτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κροτήσω
εσύ κροτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κροτήσει
εμείς κροτήσουμε
εσείς κροτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κροτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κροτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρότησε
εσείς κροτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κροτήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary