Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κροτώ |
| εσύ | κροτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κροτεί |
| εμείς | κροτούμε |
| εσείς | κροτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κροτούν |
Παρατατικός
| εγώ | κροτούσα |
| εσύ | κροτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κροτούσε |
| εμείς | κροτούσαμε |
| εσείς | κροτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κροτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κρότησα |
| εσύ | κρότησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κρότησε |
| εμείς | κροτήσαμε |
| εσείς | κροτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κρότησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κροτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κροτήσω |
| εσύ | κροτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κροτήσει |
| εμείς | κροτήσουμε |
| εσείς | κροτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κροτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κροτείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κρότησε |
| εσείς | κροτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κροτήσει |