HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κρεμάω — definition

Conjugation of κρεμάω

Regular CEFR B1
kreˈma.o

τοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρεμάω
εσύ κρεμάς
αυτός / αυτή / αυτό κρεμάει
εμείς κρεμάμε
εσείς κρεμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμάνε
Παρατατικός
εγώ κρεμούσα
εσύ κρεμούσες
αυτός / αυτή / αυτό κρεμούσε
εμείς κρεμούσαμε
εσείς κρεμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμούσαν
Αόριστος
εγώ κρέμασα
εσύ κρέμασες
αυτός / αυτή / αυτό κρέμασε
εμείς κρεμάσαμε
εσείς κρεμάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρέμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρεμάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρεμάσω
εσύ κρεμάσεις
αυτός / αυτή / αυτό κρεμάσει
εμείς κρεμάσουμε
εσείς κρεμάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κρέμα
εσείς κρεμάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρέμασε
εσείς κρεμάστε
Απαρέμφατο αορίστου
κρεμάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρεμιέμαι (→ κρέμομαι)
εσύ κρεμιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κρεμιέται
εμείς κρεμιόμαστε
εσείς κρεμιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμιούνται
Παρατατικός
εγώ κρεμιόμουν
εσύ κρεμιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κρεμιόταν
εμείς κρεμιόμασταν
εσείς κρεμιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμιόνταν
Αόριστος
εγώ κρεμάστηκα
εσύ κρεμάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κρεμάστηκε
εμείς κρεμαστήκαμε
εσείς κρεμαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρεμαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρεμαστώ
εσύ κρεμαστείς
αυτός / αυτή / αυτό κρεμαστεί
εμείς κρεμαστούμε
εσείς κρεμαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κρεμαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κρεμιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρεμάσου
εσείς κρεμαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κρεμαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary