HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κραυγάζω — definition

Conjugation of κραυγάζω

Regular CEFR B2
kraˈvɣa.zo

φωνάζω δυνατά, με ένταση, βγάζω κραυγή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κραυγάζω
εσύ κραυγάζεις
αυτός / αυτή / αυτό κραυγάζει
εμείς κραυγάζουμε
εσείς κραυγάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κραυγάζουν
Παρατατικός
εγώ κραύγαζα
εσύ κραύγαζες
αυτός / αυτή / αυτό κραύγαζε
εμείς κραυγάζαμε
εσείς κραυγάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κραύγαζαν
Αόριστος
εγώ κραύγασα
εσύ κραύγασες
αυτός / αυτή / αυτό κραύγασε
εμείς κραυγάσαμε
εσείς κραυγάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κραύγασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κραυγάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κραυγάσω
εσύ κραυγάσεις
αυτός / αυτή / αυτό κραυγάσει
εμείς κραυγάσουμε
εσείς κραυγάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κραυγάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κραύγαζε
εσείς κραυγάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κραύγασε
εσείς κραυγάστε
Απαρέμφατο αορίστου
κραυγάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary