HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κρατάω — definition

Conjugation of κρατάω

Regular CEFR B1
kɾaˈta.o

ασυναίρετη μορφή του κρατώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρατάω
εσύ κρατάς - κρατείς
αυτός / αυτή / αυτό κρατάει
εμείς κρατάμε
εσείς κρατάτε - κρατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατάνε
Παρατατικός
εγώ κρατούσα
εσύ κρατούσες
αυτός / αυτή / αυτό κρατούσε
εμείς κρατούσαμε
εσείς κρατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατούσαν
Αόριστος
εγώ κράτησα
εσύ κράτησες
αυτός / αυτή / αυτό κράτησε
εμείς κρατήσαμε
εσείς κρατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κράτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρατήσω
εσύ κρατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό κρατήσει
εμείς κρατήσουμε
εσείς κρατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κράτα
εσείς κρατάτε - κρατείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κράτησε
εσείς κρατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
κρατήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρατιέμαι - κρατούμαι
εσύ κρατιέσαι - κρατείσαι
αυτός / αυτή / αυτό κρατιέται - κρατείται
εμείς κρατιόμαστε - κρατούμαστε
εσείς κρατιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατιούνται
Παρατατικός
εγώ κρατιόμουν - [κρατούμουν]¹
εσύ κρατιόσουν - [κρατούσουν]
αυτός / αυτή / αυτό κρατιόταν - κρατούνταν
εμείς κρατιόμασταν
εσείς κρατιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κρατιόνταν
Αόριστος
εγώ κρατήθηκα
εσύ κρατήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κρατήθηκε
εμείς κρατηθήκαμε
εσείς κρατηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρατηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρατηθώ
εσύ κρατηθείς
αυτός / αυτή / αυτό κρατηθεί
εμείς κρατηθούμε
εσείς κρατηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κρατηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κρατιέστε - κρατείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρατήσου
εσείς κρατηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κρατηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary