HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κρίνω — definition

Conjugation of κρίνω

Regular CEFR B2
ˈkɾi.no

δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρίνω
εσύ κρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κρίνει
εμείς κρίνουμε
εσείς κρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρίνουν
Παρατατικός
εγώ έκρινα
εσύ έκρινες
αυτός / αυτή / αυτό έκρινε
εμείς κρίναμε
εσείς κρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκριναν
Αόριστος
εγώ έκρινα
εσύ έκρινες
αυτός / αυτή / αυτό έκρινε
εμείς κρίναμε
εσείς κρίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκριναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κρίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κρίνω
εσύ κρίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κρίνει
εμείς κρίνουμε
εσείς κρίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κρίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κρίνε
εσείς κρίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κρίνε
εσείς κρίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
κρίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κρίνομαι
εσύ κρίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κρίνεται
εμείς κρινόμαστε
εσείς κρίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κρίνονται
Παρατατικός
εγώ κρινόμουν
εσύ κρινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κρινόταν
εμείς κρινόμασταν
εσείς κρινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κρίνονταν
Αόριστος
εγώ κρίθηκα
εσύ κρίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κρίθηκε
εμείς κριθήκαμε
εσείς κριθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κρίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κριθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κριθώ
εσύ κριθείς
αυτός / αυτή / αυτό κριθεί
εμείς κριθούμε
εσείς κριθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κριθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κρίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς κριθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κριθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary