HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουτσουλίζω — definition

Conjugation of κουτσουλίζω

Regular CEFR C1
ku.tsuˈli.zo

κάνω κουτσουλιές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουτσουλίζω
εσύ κουτσουλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλίζει
εμείς κουτσουλίζουμε
εσείς κουτσουλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλίζουν
Παρατατικός
εγώ κουτσούλιζα
εσύ κουτσούλιζες
αυτός / αυτή / αυτό κουτσούλιζε
εμείς κουτσουλίζαμε
εσείς κουτσουλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσούλιζαν
Αόριστος
εγώ κουτσούλισα
εσύ κουτσούλισες
αυτός / αυτή / αυτό κουτσούλισε
εμείς κουτσουλίσαμε
εσείς κουτσουλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσούλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσουλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουτσουλίσω
εσύ κουτσουλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλίσει
εμείς κουτσουλίσουμε
εσείς κουτσουλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κουτσούλιζε
εσείς κουτσουλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουτσούλισε
εσείς κουτσουλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κουτσουλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουτσουλίζομαι
εσύ κουτσουλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλίζεται
εμείς κουτσουλιζόμαστε
εσείς κουτσουλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλίζονται
Παρατατικός
εγώ κουτσουλιζόμουν
εσύ κουτσουλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλιζόταν
εμείς κουτσουλιζόμασταν
εσείς κουτσουλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλίζονταν
Αόριστος
εγώ κουτσουλίστηκα
εσύ κουτσουλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλίστηκε
εμείς κουτσουλιστήκαμε
εσείς κουτσουλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσουλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουτσουλιστώ
εσύ κουτσουλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό κουτσουλιστεί
εμείς κουτσουλιστούμε
εσείς κουτσουλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσουλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουτσουλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουτσουλίσου
εσείς κουτσουλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουτσουλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary