HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουτσαίνω — definition

Conjugation of κουτσαίνω

Regular CEFR B2
kuˈtse.no

βαδίζω ρίχνοντας το βάρος περισσότερο στο ένα πόδι, επειδή πχ το άλλο πόδι είναι χτυπημένο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουτσαίνω
εσύ κουτσαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κουτσαίνει
εμείς κουτσαίνουμε
εσείς κουτσαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσαίνουν
Παρατατικός
εγώ κούτσαινα
εσύ κούτσαινες
αυτός / αυτή / αυτό κούτσαινε
εμείς κουτσαίναμε
εσείς κουτσαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούτσαιναν
Αόριστος
εγώ κούτσανα
εσύ κούτσανες
αυτός / αυτή / αυτό κούτσανε
εμείς κουτσάναμε
εσείς κουτσάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούτσαναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσάνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουτσάνω
εσύ κουτσάνεις
αυτός / αυτή / αυτό κουτσάνει
εμείς κουτσάνουμε
εσείς κουτσάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούτσαινε
εσείς κουτσαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούτσανε
εσείς κουτσάνετε
Απαρέμφατο αορίστου
κουτσάνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουτσαίνομαι
εσύ κουτσαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουτσαίνεται
εμείς κουτσαινόμαστε
εσείς κουτσαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσαίνονται
Παρατατικός
εγώ κουτσαινόμουν
εσύ κουτσαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουτσαινόταν
εμείς κουτσαινόμασταν
εσείς κουτσαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσαίνονταν
Αόριστος
εγώ κουτσάθηκα
εσύ κουτσάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουτσάθηκε
εμείς κουτσαθήκαμε
εσείς κουτσαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουτσαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουτσαθώ
εσύ κουτσαθείς
αυτός / αυτή / αυτό κουτσαθεί
εμείς κουτσαθούμε
εσείς κουτσαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουτσαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουτσαίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς κουτσαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουτσαθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary