HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουρεύω — definition

Conjugation of κουρεύω

Regular CEFR B1
kuˈɾe.vo

κόβω τα μαλλιά ή το τρίχωμα ανθρώπου ή ζώου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουρεύω
εσύ κουρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κουρεύει
εμείς κουρεύουμε
εσείς κουρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουρεύουν
Παρατατικός
εγώ κούρευα
εσύ κούρευες
αυτός / αυτή / αυτό κούρευε
εμείς κουρεύαμε
εσείς κουρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούρευαν
Αόριστος
εγώ κούρεψα
εσύ κούρεψες
αυτός / αυτή / αυτό κούρεψε
εμείς κουρέψαμε
εσείς κουρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουρέψω
εσύ κουρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό κουρέψει
εμείς κουρέψουμε
εσείς κουρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούρευε
εσείς κουρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούρεψε
εσείς κουρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουρεύομαι
εσύ κουρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουρεύεται
εμείς κουρευόμαστε
εσείς κουρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουρεύονται
Παρατατικός
εγώ κουρευόμουν
εσύ κουρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουρευόταν
εμείς κουρευόμασταν
εσείς κουρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουρεύονταν
Αόριστος
εγώ κουρεύτηκα
εσύ κουρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουρεύτηκε
εμείς κουρευτήκαμε
εσείς κουρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουρευτώ
εσύ κουρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό κουρευτεί
εμείς κουρευτούμε
εσείς κουρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουρέψου
εσείς κουρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary