Conjugation of κουμπώνω
kumˈbo.noτοποθετώ το κουμπί πίσω από την κουμπότρυπά του (καλύπτοντας έτσι το σχετικό άνοιγμα ενός ρούχου) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κουμπώνω |
| εσύ | κουμπώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπώνει |
| εμείς | κουμπώνουμε |
| εσείς | κουμπώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κούμπωνα |
| εσύ | κούμπωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κούμπωνε |
| εμείς | κουμπώναμε |
| εσείς | κουμπώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κούμπωναν |
Αόριστος
| εγώ | κούμπωσα |
| εσύ | κούμπωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κούμπωσε |
| εμείς | κουμπώσαμε |
| εσείς | κουμπώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κούμπωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κουμπώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κουμπώσω |
| εσύ | κουμπώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπώσει |
| εμείς | κουμπώσουμε |
| εσείς | κουμπώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κούμπωνε |
| εσείς | κουμπώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κούμπωσε |
| εσείς | κουμπώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κουμπώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κουμπώνομαι |
| εσύ | κουμπώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπώνεται |
| εμείς | κουμπωνόμαστε |
| εσείς | κουμπώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | κουμπωνόμουν |
| εσύ | κουμπωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπωνόταν |
| εμείς | κουμπωνόμασταν |
| εσείς | κουμπωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | κουμπώθηκα |
| εσύ | κουμπώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπώθηκε |
| εμείς | κουμπωθήκαμε |
| εσείς | κουμπωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κουμπωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κουμπωθώ |
| εσύ | κουμπωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κουμπωθεί |
| εμείς | κουμπωθούμε |
| εσείς | κουμπωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κουμπωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κουμπώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κουμπώσου |
| εσείς | κουμπωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κουμπωθεί |