HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουμπώνω — definition

Conjugation of κουμπώνω

Regular CEFR B2
kumˈbo.no

τοποθετώ το κουμπί πίσω από την κουμπότρυπά του (καλύπτοντας έτσι το σχετικό άνοιγμα ενός ρούχου) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουμπώνω
εσύ κουμπώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κουμπώνει
εμείς κουμπώνουμε
εσείς κουμπώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπώνουν
Παρατατικός
εγώ κούμπωνα
εσύ κούμπωνες
αυτός / αυτή / αυτό κούμπωνε
εμείς κουμπώναμε
εσείς κουμπώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούμπωναν
Αόριστος
εγώ κούμπωσα
εσύ κούμπωσες
αυτός / αυτή / αυτό κούμπωσε
εμείς κουμπώσαμε
εσείς κουμπώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κούμπωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουμπώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουμπώσω
εσύ κουμπώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κουμπώσει
εμείς κουμπώσουμε
εσείς κουμπώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κούμπωνε
εσείς κουμπώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κούμπωσε
εσείς κουμπώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κουμπώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουμπώνομαι
εσύ κουμπώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κουμπώνεται
εμείς κουμπωνόμαστε
εσείς κουμπώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπώνονται
Παρατατικός
εγώ κουμπωνόμουν
εσύ κουμπωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κουμπωνόταν
εμείς κουμπωνόμασταν
εσείς κουμπωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπώνονταν
Αόριστος
εγώ κουμπώθηκα
εσύ κουμπώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κουμπώθηκε
εμείς κουμπωθήκαμε
εσείς κουμπωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουμπωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουμπωθώ
εσύ κουμπωθείς
αυτός / αυτή / αυτό κουμπωθεί
εμείς κουμπωθούμε
εσείς κουμπωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κουμπωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κουμπώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουμπώσου
εσείς κουμπωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κουμπωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary