HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κουδουνίζω — definition

Conjugation of κουδουνίζω

Regular CEFR B2
ku.ðuˈni.zo

ρηματική ενέργεια που αναφέρεται στο χτύπημα του κουδουνιού ή σε άλλο παρόμοιο ήχο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κουδουνίζω
εσύ κουδουνίζεις
αυτός / αυτή / αυτό κουδουνίζει
εμείς κουδουνίζουμε
εσείς κουδουνίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουδουνίζουν
Παρατατικός
εγώ κουδούνιζα
εσύ κουδούνιζες
αυτός / αυτή / αυτό κουδούνιζε
εμείς κουδουνίζαμε
εσείς κουδουνίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουδούνιζαν
Αόριστος
εγώ κουδούνισα
εσύ κουδούνισες
αυτός / αυτή / αυτό κουδούνισε
εμείς κουδουνίσαμε
εσείς κουδουνίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κουδούνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κουδουνίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κουδουνίσω
εσύ κουδουνίσεις
αυτός / αυτή / αυτό κουδουνίσει
εμείς κουδουνίσουμε
εσείς κουδουνίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κουδουνίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κουδούνιζε
εσείς κουδουνίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κουδούνισε
εσείς κουδουνίστε
Απαρέμφατο αορίστου
κουδουνίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary