HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοτσάρω — definition

Conjugation of κοτσάρω

Regular CEFR B1
koˈtsa.ɾo

επιβάλλω κάτι (όπως ποινή) υπερβολικό ή άδικο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοτσάρω
εσύ κοτσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κοτσάρει
εμείς κοτσάρουμε
εσείς κοτσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοτσάρουν
Παρατατικός
εγώ κότσαρα
εσύ κότσαρες
αυτός / αυτή / αυτό κότσαρε
εμείς κοτσάραμε
εσείς κοτσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κότσαραν
Αόριστος
εγώ κότσαρα
εσύ κότσαρες
αυτός / αυτή / αυτό κότσαρε
εμείς κοτσάραμε
εσείς κοτσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κότσαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοτσάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοτσάρω
εσύ κοτσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κοτσάρει
εμείς κοτσάρουμε
εσείς κοτσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοτσάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κότσαρε
εσείς κοτσάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κότσαρε
εσείς κοτσάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
κοτσάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary