Conjugation of κοροϊδεύω
ko.ɾoi̯ˈðe.voαναφέρομαι με περιπαικτικό τρόπο (λέξεις ή χειρονομίες) στα ελαττώματα, τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητες κάποιου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοροϊδεύω |
| εσύ | κοροϊδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδεύει |
| εμείς | κοροϊδεύουμε |
| εσείς | κοροϊδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κορόιδευα |
| εσύ | κορόιδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κορόιδευε |
| εμείς | κοροϊδεύαμε |
| εσείς | κοροϊδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κορόιδευαν |
Αόριστος
| εγώ | κορόιδεψα |
| εσύ | κορόιδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κορόιδεψε |
| εμείς | κοροϊδέψαμε |
| εσείς | κοροϊδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κορόιδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοροϊδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοροϊδέψω |
| εσύ | κοροϊδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδέψει |
| εμείς | κοροϊδέψουμε |
| εσείς | κοροϊδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κορόιδευε |
| εσείς | κοροϊδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κορόιδεψε |
| εσείς | κοροϊδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοροϊδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοροϊδεύομαι |
| εσύ | κοροϊδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδεύεται |
| εμείς | κοροϊδευόμαστε |
| εσείς | κοροϊδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | κοροϊδευόμουν |
| εσύ | κοροϊδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδευόταν |
| εμείς | κοροϊδευόμασταν |
| εσείς | κοροϊδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | κοροϊδεύτηκα |
| εσύ | κοροϊδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδεύτηκε |
| εμείς | κοροϊδευτήκαμε |
| εσείς | κοροϊδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοροϊδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοροϊδευτώ |
| εσύ | κοροϊδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοροϊδευτεί |
| εμείς | κοροϊδευτούμε |
| εσείς | κοροϊδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοροϊδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κοροϊδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοροϊδέψου |
| εσείς | κοροϊδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοροϊδευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.