HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κορνάρω — definition

Conjugation of κορνάρω

Regular CEFR B1
korˈnaro

χρησιμοποιώ την κόρνα του αυτοκινήτου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κορνάρω
εσύ κορνάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κορνάρει
εμείς κορνάρουμε
εσείς κορνάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κορνάρουν
Παρατατικός
εγώ κόρναρα
εσύ κόρναρες
αυτός / αυτή / αυτό κόρναρε
εμείς κορνάραμε
εσείς κορνάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κόρναραν
Αόριστος
εγώ κόρναρα
εσύ κόρναρες
αυτός / αυτή / αυτό κόρναρε
εμείς κορνάραμε
εσείς κορνάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κόρναραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κορνάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κορνάρω
εσύ κορνάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κορνάρει
εμείς κορνάρουμε
εσείς κορνάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κορνάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κόρναρε
εσείς κορνάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κόρναρε
εσείς κορνάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
κορνάρει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary