Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοπιάζω |
| εσύ | κοπιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοπιάζει |
| εμείς | κοπιάζουμε |
| εσείς | κοπιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοπιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κοπίαζα |
| εσύ | κοπίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοπίαζε |
| εμείς | κοπιάζαμε |
| εσείς | κοπιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοπίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | κοπίασα |
| εσύ | κοπίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοπίασε |
| εμείς | κοπιάσαμε |
| εσείς | κοπιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοπίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοπιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοπιάσω |
| εσύ | κοπιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοπιάσει |
| εμείς | κοπιάσουμε |
| εσείς | κοπιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοπιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κοπίαζε |
| εσείς | κοπιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοπίασε |
| εσείς | κοπιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοπιάσει |