HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοπιάζω — definition

Conjugation of κοπιάζω

Regular CEFR B1
ko.piˈa.zo

έρχομαι, φτάνω, επισκέπτομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοπιάζω
εσύ κοπιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό κοπιάζει
εμείς κοπιάζουμε
εσείς κοπιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοπιάζουν
Παρατατικός
εγώ κοπίαζα
εσύ κοπίαζες
αυτός / αυτή / αυτό κοπίαζε
εμείς κοπιάζαμε
εσείς κοπιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοπίαζαν
Αόριστος
εγώ κοπίασα
εσύ κοπίασες
αυτός / αυτή / αυτό κοπίασε
εμείς κοπιάσαμε
εσείς κοπιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοπίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοπιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοπιάσω
εσύ κοπιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό κοπιάσει
εμείς κοπιάσουμε
εσείς κοπιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοπιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοπίαζε
εσείς κοπιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοπίασε
εσείς κοπιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
κοπιάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary