Conjugation of κοκκινίζω
ko.ciˈni.zoπροσθέτοντας ανάλογο υλικό, συνήθως ντομάτα ή πελτέ ντομάτας, δίνω στο φαγητό κόκκινο χρώμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοκκινίζω |
| εσύ | κοκκινίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοκκινίζει |
| εμείς | κοκκινίζουμε |
| εσείς | κοκκινίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοκκινίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κοκκίνιζα |
| εσύ | κοκκίνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοκκίνιζε |
| εμείς | κοκκινίζαμε |
| εσείς | κοκκινίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοκκίνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | κοκκίνισα |
| εσύ | κοκκίνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοκκίνισε |
| εμείς | κοκκινίσαμε |
| εσείς | κοκκινίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοκκίνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοκκινίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοκκινίσω |
| εσύ | κοκκινίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοκκινίσει |
| εμείς | κοκκινίσουμε |
| εσείς | κοκκινίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοκκινίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κοκκίνιζε |
| εσείς | κοκκινίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοκκίνισε |
| εσείς | κοκκινίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοκκινίσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.