HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοκαλώνω — definition

Conjugation of κοκαλώνω

Regular CEFR B2
ko.kaˈlo.no

μένω ακίνητος από φόβο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοκαλώνω
εσύ κοκαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό κοκαλώνει
εμείς κοκαλώνουμε
εσείς κοκαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοκαλώνουν
Παρατατικός
εγώ κοκάλωνα
εσύ κοκάλωνες
αυτός / αυτή / αυτό κοκάλωνε
εμείς κοκαλώναμε
εσείς κοκαλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοκάλωναν
Αόριστος
εγώ κοκάλωσα
εσύ κοκάλωσες
αυτός / αυτή / αυτό κοκάλωσε
εμείς κοκαλώσαμε
εσείς κοκαλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοκάλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοκαλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοκαλώσω
εσύ κοκαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό κοκαλώσει
εμείς κοκαλώσουμε
εσείς κοκαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοκαλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοκάλωνε
εσείς κοκαλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοκάλωσε
εσείς κοκαλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
κοκαλώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary