HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κοιτάω — definition

Conjugation of κοιτάω

Regular CEFR B2
ciˈta.o

άλλη μορφή του κοιτάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοιτάω
εσύ κοιτάς
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάει
εμείς κοιτάμε
εσείς κοιτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάνε
Παρατατικός
εγώ κοιτούσα
εσύ κοιτούσες
αυτός / αυτή / αυτό κοιτούσε
εμείς κοιτούσαμε
εσείς κοιτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτούσαν
Αόριστος
εγώ κοίταξα
εσύ κοίταξες
αυτός / αυτή / αυτό κοίταξε
εμείς κοιτάξαμε
εσείς κοιτάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοίταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοιτάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοιτάξω
εσύ κοιτάξεις
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάξει
εμείς κοιτάξουμε
εσείς κοιτάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κοίτα
εσείς κοιτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοίταξε
εσείς κοιτάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
κοιτάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κοιτιέμαι
εσύ κοιτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό κοιτιέται
εμείς κοιτιόμαστε
εσείς κοιτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτιούνται
Παρατατικός
εγώ κοιτιόμουν
εσύ κοιτιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κοιτιόταν
εμείς κοιτιόμασταν
εσείς κοιτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτιόνταν
Αόριστος
εγώ κοιτάχτηκα
εσύ κοιτάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κοιτάχτηκε
εμείς κοιταχτήκαμε
εσείς κοιταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιτάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοιταχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοιταχτώ
εσύ κοιταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό κοιταχτεί
εμείς κοιταχτούμε
εσείς κοιταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κοιταχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κοιτιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κοιτάξου
εσείς κοιταχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κοιταχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary