Conjugation of κοινοποιώ
ci.no.piˈoγνωστοποιώ (εγγράφως ή γενικά με επίσημο τρόπο) κάτι σε κάποιους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοινοποιώ |
| εσύ | κοινοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιεί |
| εμείς | κοινοποιούμε |
| εσείς | κοινοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | κοινοποιούσα |
| εσύ | κοινοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιούσε |
| εμείς | κοινοποιούσαμε |
| εσείς | κοινοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | κοινοποίησα |
| εσύ | κοινοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποίησε |
| εμείς | κοινοποιήσαμε |
| εσείς | κοινοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοινοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοινοποιήσω |
| εσύ | κοινοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιήσει |
| εμείς | κοινοποιήσουμε |
| εσείς | κοινοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κοινοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοινοποίησε |
| εσείς | κοινοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοινοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κοινοποιούμαι |
| εσύ | κοινοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιείται |
| εμείς | κοινοποιούμαστε |
| εσείς | κοινοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | κοινοποιούμουν |
| εσύ | κοινοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιούνταν |
| εμείς | κοινοποιούμασταν |
| εσείς | [κοινοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | κοινοποιήθηκα |
| εσύ | κοινοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιήθηκε |
| εμείς | κοινοποιηθήκαμε |
| εσείς | κοινοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κοινοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κοινοποιηθώ |
| εσύ | κοινοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κοινοποιηθεί |
| εμείς | κοινοποιηθούμε |
| εσείς | κοινοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κοινοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κοινοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κοινοποιήσου |
| εσείς | κοινοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κοινοποιηθεί |