Conjugation of κλικάρω
πατώ στιγμιαία κι απελευθερώνω αμέσως πλήκτρο σε συσκευή, έτσι εκτελώντας κάποια λειτουργία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλικάρω |
| εσύ | κλικάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικάρει |
| εμείς | κλικάρουμε |
| εσείς | κλικάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | κλίκαρα |
| εσύ | κλίκαρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλίκαρε |
| εμείς | κλικάραμε |
| εσείς | κλικάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλίκαραν |
Αόριστος
| εγώ | κλίκαρα |
| εσύ | κλίκαρες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλίκαρε |
| εμείς | κλικάραμε |
| εσείς | κλικάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλίκαραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλικάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλικάρω |
| εσύ | κλικάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικάρει |
| εμείς | κλικάρουμε |
| εσείς | κλικάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κλίκαρε |
| εσείς | κλικάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλίκαρε |
| εσείς | κλικάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλικάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλικάρομαι |
| εσύ | κλικάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικάρεται |
| εμείς | κλικαριζόμαστε |
| εσείς | κλικάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | κλικαριζόμουν |
| εσύ | κλικαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικαριζόταν |
| εμείς | κλικαριζόμασταν |
| εσείς | κλικαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | κλικαρίστηκα |
| εσύ | κλικαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικαρίστηκε |
| εμείς | κλικαριστήκαμε |
| εσείς | κλικαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλικαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλικαριστώ |
| εσύ | κλικαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλικαριστεί |
| εμείς | κλικαριστούμε |
| εσείς | κλικαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλικαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κλικάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλικαρίσου |
| εσείς | κλικαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλικαριστεί |