HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλικάρω — definition

Conjugation of κλικάρω

Regular CEFR B1

πατώ στιγμιαία κι απελευθερώνω αμέσως πλήκτρο σε συσκευή, έτσι εκτελώντας κάποια λειτουργία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλικάρω
εσύ κλικάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κλικάρει
εμείς κλικάρουμε
εσείς κλικάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλικάρουν
Παρατατικός
εγώ κλίκαρα
εσύ κλίκαρες
αυτός / αυτή / αυτό κλίκαρε
εμείς κλικάραμε
εσείς κλικάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίκαραν
Αόριστος
εγώ κλίκαρα
εσύ κλίκαρες
αυτός / αυτή / αυτό κλίκαρε
εμείς κλικάραμε
εσείς κλικάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίκαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλικάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλικάρω
εσύ κλικάρεις
αυτός / αυτή / αυτό κλικάρει
εμείς κλικάρουμε
εσείς κλικάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλικάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλίκαρε
εσείς κλικάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλίκαρε
εσείς κλικάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
κλικάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλικάρομαι
εσύ κλικάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλικάρεται
εμείς κλικαριζόμαστε
εσείς κλικάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλικάρονται
Παρατατικός
εγώ κλικαριζόμουν
εσύ κλικαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλικαριζόταν
εμείς κλικαριζόμασταν
εσείς κλικαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλικάρονταν
Αόριστος
εγώ κλικαρίστηκα
εσύ κλικαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλικαρίστηκε
εμείς κλικαριστήκαμε
εσείς κλικαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλικαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλικαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλικαριστώ
εσύ κλικαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό κλικαριστεί
εμείς κλικαριστούμε
εσείς κλικαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλικαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλικάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλικαρίσου
εσείς κλικαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλικαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary