Conjugation of κλαδεύω
klaˈðe.voκόβω τα κλαδιά από κάποιο φυτό για καλλωπισμό ή για να βοηθήσω την ανάπτυξή του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλαδεύω |
| εσύ | κλαδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδεύει |
| εμείς | κλαδεύουμε |
| εσείς | κλαδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | κλάδευα |
| εσύ | κλάδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλάδευε |
| εμείς | κλαδεύαμε |
| εσείς | κλαδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλάδευαν |
Αόριστος
| εγώ | κλάδεψα |
| εσύ | κλάδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλάδεψε |
| εμείς | κλαδέψαμε |
| εσείς | κλαδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλάδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλαδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλαδέψω |
| εσύ | κλαδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδέψει |
| εμείς | κλαδέψουμε |
| εσείς | κλαδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κλάδευε |
| εσείς | κλαδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλάδεψε |
| εσείς | κλαδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλαδέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κλαδεύομαι |
| εσύ | κλαδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδεύεται |
| εμείς | κλαδευόμαστε |
| εσείς | κλαδεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | κλαδευόμουν |
| εσύ | κλαδευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδευόταν |
| εμείς | κλαδευόμασταν |
| εσείς | κλαδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | κλαδεύτηκα |
| εσύ | κλαδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδεύτηκε |
| εμείς | κλαδευτήκαμε |
| εσείς | κλαδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κλαδευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κλαδευτώ |
| εσύ | κλαδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | κλαδευτεί |
| εμείς | κλαδευτούμε |
| εσείς | κλαδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κλαδευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | κλαδεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κλαδέψου |
| εσείς | κλαδευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κλαδευτεί |