HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλαδεύω — definition

Conjugation of κλαδεύω

Regular CEFR B1
klaˈðe.vo

κόβω τα κλαδιά από κάποιο φυτό για καλλωπισμό ή για να βοηθήσω την ανάπτυξή του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλαδεύω
εσύ κλαδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό κλαδεύει
εμείς κλαδεύουμε
εσείς κλαδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδεύουν
Παρατατικός
εγώ κλάδευα
εσύ κλάδευες
αυτός / αυτή / αυτό κλάδευε
εμείς κλαδεύαμε
εσείς κλαδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλάδευαν
Αόριστος
εγώ κλάδεψα
εσύ κλάδεψες
αυτός / αυτή / αυτό κλάδεψε
εμείς κλαδέψαμε
εσείς κλαδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλάδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλαδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλαδέψω
εσύ κλαδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό κλαδέψει
εμείς κλαδέψουμε
εσείς κλαδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλάδευε
εσείς κλαδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλάδεψε
εσείς κλαδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλαδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλαδεύομαι
εσύ κλαδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλαδεύεται
εμείς κλαδευόμαστε
εσείς κλαδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδεύονται
Παρατατικός
εγώ κλαδευόμουν
εσύ κλαδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλαδευόταν
εμείς κλαδευόμασταν
εσείς κλαδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδεύονταν
Αόριστος
εγώ κλαδεύτηκα
εσύ κλαδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλαδεύτηκε
εμείς κλαδευτήκαμε
εσείς κλαδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλαδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλαδευτώ
εσύ κλαδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό κλαδευτεί
εμείς κλαδευτούμε
εσείς κλαδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλαδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλαδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλαδέψου
εσείς κλαδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλαδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary