HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κλίνω — definition

Conjugation of κλίνω

Regular CEFR B1
[ˈklino]

σχηματίζω τους τύπους ενός κλιτού μέρους του λόγου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλίνω
εσύ κλίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κλίνει
εμείς κλίνουμε
εσείς κλίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίνουν
Παρατατικός
εγώ έκλινα
εσύ έκλινες
αυτός / αυτή / αυτό έκλινε
εμείς κλίναμε
εσείς κλίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλιναν
Αόριστος
εγώ έκλινα
εσύ έκλινες
αυτός / αυτή / αυτό έκλινε
εμείς κλίναμε
εσείς κλίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκλιναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλίνω
εσύ κλίνεις
αυτός / αυτή / αυτό κλίνει
εμείς κλίνουμε
εσείς κλίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κλίνε
εσείς κλίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κλίνε
εσείς κλίντε
Απαρέμφατο αορίστου
κλίνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κλίνομαι
εσύ κλίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κλίνεται
εμείς κλινόμαστε
εσείς κλίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίνονται
Παρατατικός
εγώ κλινόμουν
εσύ κλινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κλινόταν
εμείς κλινόμασταν
εσείς κλινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κλίνονταν
Αόριστος
εγώ κλίθηκα
εσύ κλίθηκες
αυτός / αυτή / αυτό κλίθηκε
εμείς κλιθήκαμε
εσείς κλιθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κλίθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κλιθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κλιθώ
εσύ κλιθείς
αυτός / αυτή / αυτό κλιθεί
εμείς κλιθούμε
εσείς κλιθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κλιθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κλίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς κλιθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κλιθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary